Το μέλλον της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Άρθρο του Νίκου Ανδρουλάκη στην ιστοσελίδα toaerodromio.gr

Η τοπική αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα έχει δεχθεί κατά το παρελθόν μια πληθώρα μεταρρυθμιστικών ενεργειών. Ωστόσο είναι γεγονός πως κάθε σοβαρή προσπάθεια αναδιάρθρωσης και μεταρρύθμισης των θεσμών και των δομών της δημιουργούσε πολλαπλές αμφισβητήσεις και αντιδράσεις.

Σήμερα, και λόγω της δυσεπίλυτης κρίσης που βιώνει η χώρα μας, τα προβλήματα έχουν πολλαπλασιαστεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και απαντήσεις ειδικά εάν εκμεταλλευθούμε την εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χώρων.

Σε πολλές χώρες η τοπική αυτοδιοίκηση συνιστά αναπτυξιακό πόρο. Είναι το μοναδικό στοιχείο του σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους που μπορεί να συνδέσει αποτελεσματικά το τοπικό με το  υπερεθνικό υιοθετώντας  άριστες πρακτικές από το εξωτερικό και να τις προσαρμόσει στα τοπικά χαρακτηριστικά του κάθε τόπου.

Για να μπορέσει όμως να επιτελέσει αυτό το έργο πρέπει να αποκτήσει πραγματική διοικητική αυτοτέλεια, σταθερούς πόρους και εξειδικευμένο προσωπικό. Μια τέτοια εξέλιξη, σε συνδυασμό με αυστηρούς κανόνες εσωτερικού έλεγχου και δημοσίας λογοδοσίας, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο υπόδειγμα λειτουργίας και μια νέα σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες όλων των ηλικιών.

Σημαντικό πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί ακόμα και υπό συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας είναι η πολυνομία,  η οποία αποτελεί πάγια πληγή της ελληνικής γραφειοκρατίας. Την κατάσταση δυσχεραίνουν οι αντιφατικές ερμηνείες των δικαστηρίων, η θέσπιση πολλών και διαφόρων επιπέδων ιεραρχικού ελέγχου από όργανα με ποικίλη προέλευση μέσα από την κρατική δομή άρα και ανάλογες νοοτροπίες.

Επιβάλλεται, συνεπώς, να εκδοθεί πλήρης και ολοκληρωμένη κωδικοποίηση των νόμων για την αυτοδιοίκηση. Η πρωτοβουλία αυτή πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ευκαιρία για να αλλάξει ριζικά το μέχρι τώρα νομικό σύστημα, ώστε η αυτοδιοίκηση να πάψει να ετερονομείται και να αποκτήσει πραγματική αυτοδιάθεση.

Η τοπική αυτοδιοίκηση ως ο εγγύτερος θεσμός στον πολίτη και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στη καθημερινότητα του χρειάζεται ταχεία προσαρμογή στα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα ώστε να ανταποκρίνεται στο ρόλο της. Το οικονομικό πρόβλημα της αυτοδιοίκησης συναρτάται με τη γενικότερη κατάσταση της χώρας. Παρατηρείται, ωστόσο, ότι διάφορα δημόσια περιουσιακά στοιχεία, κυρίως ακίνητα, παραμένουν ανεκμετάλλευτα.

Ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας είναι η δογματική αντίληψη της ιδιοκτησίας εκ μέρους του φορέα στον οποίο ανήκει τυπικά η κυριότητα του ακινήτου, η οποία πολύ συχνά προσκρούει προς τις πραγματικές ανάγκες και τις δυνατότητες της περιοχής. Λόγω της εγγύτητας και της αμεσότητας πιο ικανοί φορείς για την αξιοποίηση των ακινήτων αυτών είναι οι ΟΤΑ.

Το παράδειγμα της αξιοποίησης των ακτών, όπου ένα μέρος του μισθώματος λαμβάνουν οι ΟΤΑ και ένα μικρό μέρος το Δημόσιο, θα μπορούσε να ισχύσει και εν προκειμένω, με τον επιπλέον όρο ότι ένα ποσοστό θα παρακρατείται για την ενίσχυση των μικρών νησιωτικών και ορεινών δήμων της χώρας.

Το ίδιο μοντέλο αξιοποίησης μπορεί να εφαρμοστεί, σαφέστατα με περισσότερες προκλήσεις, και στο πεδίο της αναξιοποίητης ιδιωτικής περιουσίας. Σε όλες σχεδόν τις πόλεις και τις γειτονιές υπάρχουν ιδιωτικά ακίνητα εγκαταλειμμένα και πολλές φορές ετοιμόρροπα, τα οποία τις περισσότερες φορές μετατρέπονται σε εστία μόλυνσης και σε άντρο αντικοινωνικών δραστηριοτήτων. Ανάλογα με την κατάσταση η τοπική αυτοδιοίκηση θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να το συντηρήσει και να το αξιοποιήσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ιδιοκτήτη.

Προφανώς και δεν υποτιμώ τις δυσκολίες μιας τέτοιας πολιτικής. Είναι μια πρόταση που θα πρέπει να γίνεται με πολλαπλές δικονομικές ασφαλιστικές δικλίδες, νέο θεσμικό πλαίσιο και αυστηρούς κανόνες λογοδοσίας. Ωστόσο, είναι μια αρκετά διαδομένη πρακτική σε άλλες χώρες και δεν υπάρχει λόγος να μην την υιοθετήσουμε για να αντιμετωπίσουμε ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα σε τοπικό επίπεδο όπως είναι τα εγκαταλελειμμένα ακίνητα.

Η επιτυχής λειτουργία των ΟΤΑ πρέπει να συνδέεται με την πλήρη ικανοποίηση των πολιτών που κάνουν χρήση των υπηρεσιών τους, καθώς και με τη διαρκή βελτιστοποίηση των παρεχόμενων στους πολίτες υπηρεσιών. Ο επανασχεδιασμός των υπηρεσιών των ΟΤΑ με βασικό στόχο την ικανοποίηση των αναγκών του πολίτη, αλλά και ο ορθολογικός επαναπροσδιορισμός της διοικητικής του δράσης συνιστά μείζονος σημασίας θέμα.

Κύρια χαρακτηριστικά του νέου οργανωτικού μοντέλου απαιτείται να είναι η εντατικοποίηση της προσπάθειας για την εκλογίκευση των διοικητικών ενεργειών και τον περιορισμό των φαινομένων κακοδιοίκησης καθώς και για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας.

Επίσης είναι αναγκαία η υιοθέτηση σύγχρονων εργαλείων δημόσιας διοίκησης ώστε να κατανέμεται δικαιότερα η εξουσία, ως απαραίτητη προϋπόθεση και βασικό στοιχείο για τη βελτίωση της λειτουργίας και της αποδοτικότητας του παρεχόμενου έργου.